Επιλογή Σελίδας

Ένας νέος όρος έχει εμφανιστεί τα τελευταία 20 χρόνια διεθνώς στον χώρο της Φυσικής Αγωγής, για να υπογραμμίσει τη σημασία της υιοθέτησης μιας κινητικά δραστήριας συμπεριφοράς σε όλη τη ζωή του ατόμου, μέσω της ισορροπημένης ανάπτυξής του σε κινητικό, συναισθηματικό και γνωστικό επίπεδο.

Πρόκειται για τον «κινητικό γραμματισμό» («physical literacy»), που, όπως όλες οι συμπεριφορές υγείας, είναι σημαντικό να καλλιεργηθεί από την παιδική ηλικία.

«Ο κινητικός γραμματισμός δεν έχει να κάνει με το να γίνουν τα παιδιά αθλητές, αλλά με τον μελλοντικά υγιή άνθρωπο, γι’ αυτό η καλλιέργειά του έχει μεγάλη αξία», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Φωτεινή Βενετσάνου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του ΕΚΠΑ. «Αναλογιστείτε πόσοι από τους ανθρώπους του περίγυρού σας υπήρξαν αθλητές στην παιδική ή την εφηβική τους ηλικία και τώρα, στην ενήλικη ζωή τους, έχουν καθιστική ζωή, η οποία συνεπάγεται πολλαπλά προβλήματα υγείας. Αυτοί οι άνθρωποι, λοιπόν, δεν είναι κινητικά εγγράμματοι. Το κινητικά εγγράμματο άτομο, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, θα προσπαθεί και θα βρίσκει τρόπους, προκειμένου να είναι κινητικά δραστήριο, παρά τους περιορισμούς που, ενδεχομένως, αντιμετωπίζει, διασφαλίζοντας έτσι την υγεία του», περιγράφει η ίδια.

«Κινητικός γραμματισμός είναι η συνειδητή επιλογή του ατόμου να συμμετέχει δια βίου σε φυσικές δραστηριότητες, που έχουν νόημα για τον ίδιο, από το να πηγαίνει γυμναστήριο ως το να συμμετέχει σε δραστηριότητες αναψυχής, κυρίως επειδή διαθέτει κίνητρο, αυτοπεποίθηση και σχετικές γνώσεις που του επιτρέπουν να υποστηρίζει αυτή τη συμπεριφορά, ακόμα και αν οι συνθήκες ζωής του δεν είναι ιδανικές. Οπότε ο κινητικός γραμματισμός περιλαμβάνει την έννοια της κίνησης, αλλά και την έννοια της αγωγής ή της παιδείας που έχει σχέση με τον τομέα αυτό», τονίζει η μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του ΕΚΠΑ και υπεύθυνη Φυσικής Αγωγής και Σχολικού Αθλητισμού στην Πρωτοβάθμια Διεύθυνση Πειραιά, Βασιλική Καϊόγλου.

Η θεωρία του κινητικού γραμματισμού διατυπώθηκε το 2001 από τη Βρετανίδα καθηγήτρια Φυσικής Αγωγής, Μάργκαρετ Γουάιτχεντ, και η απήχησή της ήταν τόσο μεγάλη που το 2018 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συμπεριέλαβε την καλλιέργεια του κινητικού γραμματισμού στους βασικούς στόχους του. Επίσης, η UNESCO προτείνει την ενσωμάτωση του κινητικού γραμματισμού στις καλές πρακτικές Φυσικής Αγωγής.

Ο κινητικός γραμματισμός συνδέεται με καλύτερη υγεία, ποιότητα ζωής και ολιστική ανάπτυξη. Έρευνες τον έχουν συνδέσει, μεταξύ άλλων, με χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος, καλύτερη φυσική ευεξία, μειωμένη καθιστική συμπεριφορά, λιγότερο άγχος και κατάθλιψη, καλή διάρκεια ύπνου και καλύτερους δείκτες κοινωνικοσυναισθηματικής νοημοσύνης.

Οι βάσεις πρέπει να τεθούν στην παιδική ηλικία, υπογραμμίζει η κ. Καϊόγλου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, και είναι σημαντικό «να εφοδιάσουμε όσο καλύτερα γίνεται τα παιδιά να αναπτύξουν αυτές τις δεξιότητες και τα χαρακτηριστικά, ώστε να μπορούν σε κάθε στάδιο της ζωής τους να υποστηρίξουν αυτή τη συμπεριφορά της δια βίου άσκησης».

Ο κινητικός γραμματισμός στα παιδιά αφορά στην ανάπτυξη των θεμελιωδών κινητικών δεξιοτήτων τους (όπως το τρέξιμο, η ρίψη και το άλμα) μέσα από μια ποικιλία αθλημάτων, δραστηριοτήτων και παιχνιδιών. Ταυτόχρονα, όμως, περιλαμβάνει και την παροχή γνώσεων για τη σημασία της άσκησης για την υγεία, καθώς και την εξασφάλιση θετικών εμπειριών μέσα από τη σωματική δραστηριότητα, προκειμένου τα παιδιά να θέλουν να βάλουν την κίνηση διαχρονικά στη ζωή τους.

Στην Ελλάδα, η έρευνα γύρω από το αντικείμενο αυτό είναι πολύ πρόσφατη. Στην πρώτη μελέτη που έγινε για τον κινητικό γραμματισμό και δημοσιεύθηκε το 2020 παρακολουθήθηκαν 715 παιδιά ηλικίας 8-12 ετών από διάφορες περιοχές της Ελλάδας και διαπιστώθηκε ότι είχαν μη επαρκές επίπεδο κινητικού γραμματισμού, με πολύ χαμηλή συμμετοχή σε φυσική δραστηριότητα και μη ικανοποιητικό επίπεδο κινητικών δεξιοτήτων. Αντίθετα, ήταν σε ικανοποιητικό βαθμό οι φυσικές τους ικανότητες, δηλαδή η καρδιοαναπνευστική αντοχή και η μυϊκή δύναμη, όπως και οι γνώσεις τους ως προς τα οφέλη της φυσικής δραστηριότητας. Τέλος, στους τομείς του κινήτρου και της αυτοπεποίθησης τα παιδιά επέδειξαν υψηλό επίπεδο κινητικού γραμματισμού.

«Τα αποτελέσματα του χαμηλού κινητικού γραμματισμού ήταν όμοια με αυτά που βρέθηκαν και σε άλλες χώρες, όπως στον Καναδά, την Κίνα, την Ιρλανδία, και τα περιμέναμε και στην Ελλάδα, όπου οι προηγούμενες έρευνες έδειξαν χαμηλά ποσοστά συμμετοχής σε φυσική δραστηριότητα», επισημαίνει η Βασιλική Καϊόγλου, η οποία ήταν επικεφαλής της έρευνας.

Όπως είναι γνωστό στους ερευνητές, οι υγιεινές συμπεριφορές διαμορφώνονται κατά την παιδική ηλικία, γι’ αυτό θεωρείται σημαντική η ανάπτυξη του κινητικού γραμματισμού στις μικρές ηλικίες.

«Είναι, λοιπόν, εξαιρετικά σημαντικό οι γονείς, οι δάσκαλοι και οι προπονητές στις αναπτυξιακές ηλικίες να αντιληφθούν πόσο σημαντικό είναι να βοηθήσουν τα παιδιά, ώστε να γίνουν κινητικά εγγράμματα άτομα. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, θα πρέπει να περιοριστεί και ιδανικά να εκλείψει η πρόωρη αθλητική εξειδίκευση, η πίεση για τη νίκη στον αγώνα με όποιο ψυχικό κόστος, η στέρηση της χαράς που προσφέρει η κίνηση», τονίζει η αναπληρώτρια καθηγήτρια, Φωτεινή Βενετσάνου.

Ο πρώτος πυλώνας, λοιπόν, για την καλλιέργεια του κινητικού γραμματισμού στην παιδική ηλικία είναι οι γονείς, οι οποίοι είναι σημαντικό από μικρή ηλικία να προσφέρουν στα παιδιά τους ευκαιρίες για κίνηση, παιχνίδι, δραστηριότητες αναψυχής και εμπλοκή σε δραστηριότητες αθλητικού χαρακτήρα. Ακόμα και το παιχνίδι στη γειτονιά και στο πάρκο ή οι εκδρομές που περιλαμβάνουν δραστηριότητες αναψυχής εντάσσονται στο πλαίσιο αυτό.

Καθώς ο τρόπος ζωής, ειδικά στις μεγάλες πόλεις δεν ευνοεί ούτε τις πολλές ελεύθερες φυσικές δραστηριότητες των παιδιών ούτε την εγγραφή τους σε πολλά διαφορετικά κινητικά/αθλητικά προγράμματα, λόγω έλλειψης χρόνου και των γονέων/κηδεμόνων και των παιδιών των ίδιων, καθώς και λόγω οικονομικών δυσχερειών που συνήθως αντιμετωπίζει η μέση οικογένεια, αναδεικνύεται ο ρόλος που μπορεί να παίξουν στην καλλιέργεια του κινητικού γραμματισμού η σχολική Φυσική Αγωγή και τα οργανωμένα προγράμματα που επιλέγουν τα παιδιά κατά τον ελεύθερο χρόνο τους.

«Τα ίδια τα προγράμματα Φυσικής Αγωγής θα πρέπει να αλλάξουν, καθώς δεν είναι τόσο πολυδιάστατα, δεν έχουν τόσο πολλαπλούς στόχους, δεν προσπαθούν να αναπτύξουν ένα πλούσιο κινητικό ρεπερτόριο στα παιδιά για να μπορέσουν με αυτοπεποίθηση να συμμετέχουν σε κάθε φυσική δραστηριότητα. Επίσης, τα προγράμματα θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο εξατομικευμένα», αναφέρει η κ. Καϊόγλου.

Όσον αφορά στα οργανωμένα αθλητικά προγράμματα που επιλέγουν τα παιδιά ως εξωσχολικές δραστηριότητες, «καλό είναι να μην επιδιώκεται η εξειδίκευση του παιδιού σε ένα άθλημα ή μία κινητική δραστηριότητα, καθώς αυτό θα εμποδίσει το παιδί να αποκτήσει ευρεία γκάμα δεξιοτήτων», τονίζει η ίδια. «Το ιδανικότερο θα ήταν να δίναμε την ευκαιρία στα παιδιά να περάσουν από διαφορετικές δραστηριότητες και αθλήματα, τόσο μέσα στην ίδια χρονιά, για παράδειγμα να κάνουν εβδομαδιαίως δύο δραστηριότητες, όσο και διαχρονικά, κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής τους ηλικίας», προσθέτει.

Ακόμα και στους ενήλικες είναι σημαντική η ενίσχυση του κινητικού γραμματισμού. «Γνωρίζουμε πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που ήταν έντονα κινητικά δραστήριοι στο παρελθόν, αλλά δεν το διατήρησαν μεγαλώνοντας. Αυτό που λείπει, είναι κυρίως το κίνητρο και η αυτοπεποίθηση για κάτι τέτοιο, ίσως να μην διαθέτει και την απαραίτητη γνώση για το πόσο καλό κάνει η άσκηση στην υγεία και την ποιότητα της ζωής του. Παίζουν ρόλο και οι αρνητικές εμπειρίες που ίσως είχε βιώσει κατά τη συμμετοχή του», περιγράφει η μεταδιδακτορική ερευνήτρια του ΕΚΠΑ.

Στην κατεύθυνση αυτή, η ίδια προτείνει τη διοργάνωση ενημερωτικών δράσεων από την Πολιτεία για τα οφέλη της άσκησης και για το πώς μπορεί κάποιος να ενσωματώσει διάφορες μορφές άσκησης στην καθημερινότητά του, την υλοποίηση οικονομικών προγραμμάτων άσκησης για όλους μέσω των δήμων ή των περιφερειών, την ενίσχυση της μαζικής συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής, μέσω παροχής οικονομικών πακέτων κοινωνικού τουρισμού αναψυχής από την Πολιτεία, και την προσπάθεια ενίσχυσης της φυσικής δραστηριότητας σε χώρους εργασίας.

Μαρία Κουζινοπούλου

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ